No result.

DIAHORISTIKO

DIAHORISTIKO

DIAHORISTIKO

book

r01

r02

r04

r03

r04

r05

r07

r10

r09

banner nm

MegasAthanasiosὉ Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σι­ος  συ­νο­δεύ­ει τό 325 τόν γέ­ρον­τα Πα­τρι­άρ­χη Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας Ἀ­λέ­ξαν­δρο στή Νί­και­α, ὅ­που συγ­κλή­θη­κε ἡ Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος. Ἐ­κεῖ, ἀ­να­δεί­χθη­κε ἕ­νας ἀ­πό τούς θαρ­ρα­λέ­ους ἀ­γω­νι­στές κα­τά τῆς αἱ­ρέ­σε­ως τοῦ Ἀ­ρεί­ου. Κα­νέ­νας, ἴ­σως, ἄλ­λος ἀ­πό τούς Πα­τέ­ρες καί Δι­δα­σκά­λους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τῆς πε­ρι­ό­δου ἐ­κεί­νης, δέν ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τό­σο σπου­δαῖ­α ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά καί θε­με­λι­ώ­δη προ­βλή­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­πως ἦ­ταν τά πε­ρί Θε­οῦ, κό­σμου, ἀν­θρώ­που, δη­μι­ουρ­γί­ας, τρι­α­δο­λο­γί­ας, ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ Υἱ­οῦ καί Λό­γου τοῦ Θε­οῦ, σω­τη­ρί­ας, χρι­στο­λο­γί­ας, πνευ­μα­το­λο­γί­ας, Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου κ.ἄ.

Ὅ­μως, οἱ Ἀ­ρει­α­νοί, δη­μι­ούρ­γη­σαν πολ­λές τα­ρα­χές καί ὀ­χλή­σεις στόν Ἅ­γι­ο, τόν ὁ­ποῖ­ο συ­κο­φαν­τοῦ­σαν. Ὁ Ἅ­γι­ος ἐ­ξο­ρί­στη­κε πέν­τε φο­ρές καί δι­ῆλ­θε πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό δε­κα­έ­ξι χρό­νι­α τῆς ἀρ­χι­ε­ρα­τεί­ας του στήν ἐ­ξο­ρί­α. Ἐ­σύρ­θη κατ’ ἐ­πα­νά­λη­ψη ἀ­πό τούς Ἀ­ρει­α­νούς ἐ­νώ­πι­ον Συ­νό­δων καί κα­θαι­ρέ­θη­κε. Κα­τα­δι­ώ­χθη­κε ἀ­πό αὐ­το­κρά­το­ρες, ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­νεκ­δι­ή­γη­τες τα­λαι­πω­ρί­ες καί στε­ρή­σεις, εἶ­δε πολ­λούς ἀ­πό τούς συ­νερ­γά­τες του νά ὑ­πο­κύ­πτουν στίς πι­έ­σεις καί τή βί­α τῶν Ἀ­ρει­α­νῶν καί τόν Ἐ­πί­σκο­πο Ρώ­μης Λι­βέ­ρι­ο (352-366) νά ὑ­πο­γρά­ψει ἀ­ρει­α­νι­κό ὅ­ρο πί­στε­ως, γι­ά νά ἀ­πο­φύ­γει τήν ἐ­ξο­ρί­α. Ἦλ­θαν στι­γμές, κα­τά τίς ὁ­ποῖ­ες ὁ χρι­στι­α­νι­κός κό­σμος φαι­νό­ταν ἀν­­τί­θε­τος πρός τόν Ἅ­γι­ο, ἐκεῖνος ὅμως δέν κάμ­φθη­κε καί ἀ­γω­νι­ζό­ταν γι­ά τήν ἀ­λή­θει­α.

Ἀ­φορ­μή γι­ά τίς δι­ώ­ξεις κα­τά τοῦ Ἁ­γί­ου, ἔ­δω­σε ἡ ἄρ­νη­σή του νά ἀ­πο­κα­τα­στή­σει στήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή κοι­νω­νί­α τόν ὑ­πό τῆς Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου κα­θαι­ρε­θέν­τα Ἄ­ρει­ο, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρου­σι­α­ζό­ταν ὑ­πο­κρι­τι­κά ὡς ἀ­πο­δε­χό­με­νος τήν ὀρ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α. Ὅ­ταν ὁ Ἄ­ρει­ος ἀ­να­κλή­θη­κε ἀ­πό τήν ἐ­ξο­ρί­α ὑ­πέ­βα­λε τό 330 ὁ­μο­λο­γί­α πί­στε­ως, στήν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­φυ­γε ἐ­πι­με­λῶς νά ἀ­να­φέ­ρει τίς ἀ­ρει­α­νι­κές ἐκ­φρά­σεις. Ὁ Ἅ­γι­ος Ἀ­θα­νά­σι­ος εἶ­δε τήν ἀ­πά­τη καί τόν δό­λο τοῦ Ἀ­ρεί­ου καί ἀρ­νή­θη­κε κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά νά δε­χθεῖ σέ κοι­νω­νί­α τόν Ἄ­ρει­ο πα­ρά τή δι­α­τα­γή τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου. Με­τά τήν ἄρ­νη­ση τοῦ Ἁ­γί­ου, οἱ ἐ­χθροί του ἄρ­χι­σαν νά ὀρ­γα­νώ­νουν συ­στη­μα­τι­κά τόν κατ’ αὐ­τοῦ ἀ­γώ­να. Ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος, ἄν καί τι­μοῦ­σε τόν Ἅ­γι­ο Ἀ­θα­νά­σι­ο γι­ά τό ἦ­θος καί τό θάρ­ρος του, πα­ρα­σύρ­θη­κε τε­λι­κά ἀ­πό τίς συ­νε­χεῖς ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Ἁγίου μη­χα­νορ­ρα­φί­ες τῶν Ἀ­ρει­α­νῶν καί δι­έ­τα­ξε τή σύγ­κλι­ση Συ­νό­δου στήν Και­σά­ρει­α, τό 335, μέ σκο­πό τήν ἐ­ξέ­τα­ση τῶν κα­τη­γο­ρι­ῶν κα­τά τοῦ Ἀ­θα­να­σί­ου. Ἡ Σύ­νο­δος τε­λι­κά συγ­κλή­θη­κε στήν Τύ­ρο τῆς Φοι­νί­κης. Ὁ Ἀ­θα­νά­σι­ος συ­νῆλ­θε στή Σύ­νο­δο, στήν ὁ­ποί­α πα­ρέ­στη­σαν 60 Ἀ­ρει­α­νοί Ἐ­πί­σκο­ποι. Οἱ κα­τη­γο­ρί­ες δέν ἦ­ταν δυ­να­τόν νά στα­θοῦν πα­ρά τά ἐ­φευ­ρή­μα­τα τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν. Ἐ­πει­δή, ὅ­μως, ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτό ὅ­τι οἱ ἐ­χθροί τοῦ Ἀ­θα­να­σί­ου ζη­τοῦ­σαν νά τόν φο­νεύ­σουν, οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ βα­σι­λέ­ως, πού εἶ­χαν ἐ­πι­φορ­τι­σθεῖ τήν τή­ρη­ση τῆς τά­ξε­ως καί τῆς εἰ­ρή­νης, τόν φυ­γά­δευ­σαν κρυ­φά. Ἔτ­σι κα­τέ­φυ­γε στήν Κων/­πο­λη καί ζή­τη­σε νά δεῖ τόν αὐ­το­κρά­το­ρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος λό­γῳ τῶν δι­α­βο­λῶν, ἀρ­νή­θη­κε νά τόν δε­χθεῖ σέ ἀ­κρό­α­ση καί δι­έ­τα­ξε τήν ἐ­ξο­ρί­α του στή Γα­λα­τί­α. Ἐ­πα­νῆλ­θε στήν ἕ­δρα του με­τά τόν θά­να­το τοῦ Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου, στίς 23 Νο­εμ­βρί­ου 337. Πλήν ὅ­μως καί πά­λι οἱ ἐ­χθροί του ἄρ­χι­σαν τίς κατ’ αὐ­τοῦ δι­α­βο­λές καί συ­κο­φαν­τί­ες. Τό­τε ὁ Ἀ­θα­νά­σι­ος συγ­κά­λε­σε Σύ­νο­δο στήν Ἀ­λε­ξάν­δρει­α, τό 339 στήν ὁ­ποί­α ἔ­λα­βαν μέ­ρος 100 Ἐ­πί­σκο­ποι. Οἱ ἐ­χθροί του τό­τε, συγ­κρό­τη­σαν ἀ­ρει­α­νι­κή Σύ­νο­δο στήν Ἀν­τι­ό­χει­α, ἡ ὁ­ποί­α τόν κα­θαί­ρε­σε καί ὅ­ρι­σε ὡς Ἐ­πί­σκο­πο Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας τόν Εὐ­σέ­βι­ο τόν Ἐ­μι­ση­νό, ἀντ’ αὐ­τοῦ δέ, ἐ­πει­δή δέν ἀ­πο­δέ­χθη­κε τήν ἐ­κλο­γή, τόν Καπ­πα­δό­κη Γρη­γό­ρι­ο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στήν Ἀ­λε­ξάν­δρει­α δι­ά τῆς βί­ας με­τά τήν ἀ­πο­μά­κρυν­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου.

Τό­τε ὁ Ἅ­γι­ος κα­τέ­φυ­γε στή Ρώ­μη, ὅ­που εὑ­ρί­σκον­ταν καί ἄλ­λοι ἐ­ξό­ρι­στοι ἱ­ε­ρεῖς καί Ἐ­πί­σκο­ποι. Ἐ­κεῖ, τόν δέ­χθη­καν ὅ­λοι μέ τι­μή καί ἀ­να­γνώ­ρι­σαν τούς ἀ­γῶ­νες του ὑ­πέρ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Ἔτ­σι, ὁ Πά­πας Ἰ­ού­λι­ος συγ­κά­λε­σε, τό ἔ­τος 341, Σύ­νο­δο, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­να­γνώ­ρι­σε τόν Ἅ­γι­ο Ἀ­θα­νά­σι­ο ὡς κα­νο­νι­κό Ἐ­πί­σκο­πο Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας καί τόν κή­ρυ­ξε ἀ­θῶ­ο ἀ­πό ὅ­λες τίς κα­τη­γο­ρί­ες τῶν ἐ­χθρῶν του. Ὅ­ταν τό 345 πέ­θα­νε ὁ Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας  Γρη­γό­ρι­ος, κα­τό­πιν ὑ­πο­δεί­ξε­ως τοῦ Κών­σταν­τος, ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας Κων­στάν­τι­ος ἀ­να­κά­λε­σε τόν Ἅ­γι­ο Ἀ­θα­νά­σι­ο ἀ­πό τήν ἐ­ξο­ρί­α. Ὁ Ἅ­γι­ος ἐ­πέ­στρε­ψε γε­νό­με­νος δε­κτός θρι­αμ­βευ­τι­κά ἀ­πό τό ποί­μνι­ό του. Ἀλ­λά καί αὐ­τή τή φο­ρά μό­νο γι­ά λί­γο ἔ­μει­νε ἀ­δι­α­τά­ρα­κτος στήν ἕ­δρα του, δι­ό­τι με­τά τήν δο­λο­φο­νί­α τοῦ Κών­σταν­τος, τό ἔ­τος 350, ὁ Κων­στάν­τι­ος, πει­σθείς σέ νέ­ες δι­α­βο­λές καί πι­έ­σεις τῶν φί­λων τῶν Ἀ­ρει­α­νῶν, κα­τα­δί­κα­σε συ­νο­δι­κῶς τόν Ἅ­γι­ο Ἀ­θα­νά­σι­ο. Ἀ­πέ­στει­λε μά­λι­στα καί στρα­τι­ῶ­τες, γι­ά νά τόν συλ­λά­βουν τήν νύ­κτα τῆς 9ης Φε­βρου­α­ρί­ου 356, ἐ­νῶ τε­λοῦ­σε παν­νυ­χί­δα μέ πλῆ­­θος πι­στῶν στόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Θε­ω­νᾶ. Ὁ Ἅ­γι­ος φυ­γα­δεύ­τη­κε στήν ἔ­ρη­μο, ὅ­που πα­ρέ­μει­νε ἕ­ξι χρό­νι­α, πα­ρα­κο­λου­θῶν­τας τίς κι­νή­σεις καί ἐ­νέρ­γει­ες τῶν Ἀ­ρει­α­νῶν καί στη­ρί­ζον­τας τούς κλο­νι­ζό­με­νους Χρι­στι­α­νούς.

Τέ­λος, ἐ­πί αὐ­το­κρά­το­ρα Ἰ­ου­λι­α­νοῦ τοῦ Πα­ρα­βά­του (361-363) μπό­ρε­σε νά ἐ­πα­νέλ­θει στήν Ἀ­λε­ξάν­δρει­α καί νά συγ­κρο­τή­σει Σύ­νο­δο ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τέ­λε­σε ση­μαν­τι­κό­τα­το στα­θμό στήν ἱ­στο­ρί­α τῶν ἀ­γώ­νων τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας κα­τά τοῦ Ἀ­ρει­α­νι­σμοῦ.

Οἱ δι­ω­γμοί συ­νε­χί­στη­καν καί ἐ­πί αὐ­το­κρά­το­ρα Οὐ­ά­λη, πού ἐ­ξό­ρι­σε τόν Ἅ­γι­ο. Φο­βού­με­νος ὅ­μως ἐ­ξέ­γερ­ση τοῦ λα­οῦ τῆς Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, ἀ­ναγ­κά­σθη­κε νά ἀ­να­κα­λέ­σει τόν Ἅ­γι­ο ἀ­πό τήν ἐ­ξο­ρί­α.

Ἀ­γω­νι­ζό­με­νος γι­ά τήν ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη μέ­χρι τό τέ­λος τοῦ βί­ου του, κοι­μή­θη­κε μέ εἰ­ρή­νη στίς 2 Μα­ΐ­ου 373, σέ ἡ­λι­κί­α 75 ἐ­τῶν, ἀ­φοῦ κα­τε­κό­σμη­σε τόν θρό­νο τῆς Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας.

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α πο­λύ νω­ρίς τοῦ ἀ­πέ­νει­με τόν τίτ­λο τοῦ Με­γά­λου Πα­τρός αὐ­τῆς. Εἶ­ναι ἐ­κεῖ­­νος πού δι­αι­σθάν­θη­κε καί ἀν­τι­λή­φθη­κε ἄ­ρι­­στα τίς λε­πτε­πί­λε­πτες σχέ­σεις ἀλ­λη­λε­ξαρ­τή­σε­ως τῶν ἐ­πί μέ­ρους ἀ­λη­θει­ῶν τῆς πί­στε­ως, οἱ ὁ­ποῖ­ες στή σκέ­ψη του ἀ­πο­τε­λοῦν τμή­μα­τα μι­ᾶς καί τῆς αὐ­τῆς ἀ­λή­θει­ας, ὥ­στε ἡ πλά­νη πε­ρί τήν μί­α ἐ­πί μέ­ρους ἀ­λή­θει­α, νά συ­νε­πά­γε­ται ἀ­να­πό­τρε­πτα τήν ἀ­να­τρο­πή ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ συ­στή­μα­τος τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας καί τήν δη­μι­ουρ­γί­α αἱ­ρέ­σε­ως.

Ἀλ­λά ὁ Ἅ­γι­ος γε­νι­κά καί μέ τόν βί­ο του, ἀ­πέ­δει­ξε τό ἐ­νά­ρε­το καί τό εὐ­σε­βές τοῦ ἤ­θους αὐ­τοῦ σέ τέ­τοι­ο βα­θμό, ὥ­στε τό ὄ­νο­μά του νά ἀ­πο­βεῖ ταυ­τό­ση­μο πρός τήν ἀ­ρε­τή. Γι’ αὐ­τό λέ­γει ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κά ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Να­ζι­αν­ζη­νός: «Ἀ­θα­νά­σι­ον ἐ­παι­νῶν, ἀ­ρε­τήν ἐ­παι­νέ­σο­μαι· ταὐ­τόν γάρ ἐ­κεῖ­νόν τε εἰ­πεῖν καί ἀ­ρε­τήν ἐ­παι­νέ­σαι».

Ἀν­τι­αι­ρε­τι­κά ἔρ­γα του εἶ­ναι: «Κα­τά Ἀ­ρε­α­νῶν Α΄-Γ΄», «Πε­ρί Δι­ο­νυ­σί­ου Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας», «Πρός τούς Ἐ­πι­σκό­πους Αἰ­γύ­πτου καί Λι­βύ­ης», «Πε­ρί Νι­καί­ας», «ἀ­πο­λο­γη­τι­κός Β΄ πε­ρί ἀ­ρει­α­νῶν», «Πε­ρί τῶν γε­γε­νη­μέ­νων παρ’ ἀ­ρει­α­νῶν», «Πε­ρί συ­νό­δων», «Τό­μος πρός Ἀν­τι­ο­χεῖς», «Ἐ­πι­στο­λή πρός Ρου­φι­νι­α­νόν», «Ἐ­πι­στο­λή πρός Ἰ­ο­βι­α­νόν», «Πρός τούς ἐν Ἀ­φρι­κῇ ἐ­πι­σκό­πους κα­τά ἀ­ρει­α­νῶν», «πρός Ἀ­δέλ­φι­ον ἐ­πί­σκο­πον καί ὁ­μο­λο­γη­τήν κα­τά ἀ­ρει­α­νῶν», «πρός ἐ­πί­κτη­τον». 

AgiosKirilosὉ Ἅ­γι­ος Κύ­ριλ­λος ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τά ὑ­πο­λείμ­μα­τα τῶν Ἀ­ρει­α­νῶν, Μαρ­κί­ω­νος, Παύ­λου Σα­μο­σα­τέ­ως, Ναυ­α­τι­α­νῶν, τοῦ Πε­λα­γί­ου καί τέ­λος τοῦ Νε­στο­ρί­ου. Ὁ ἀ­γώ­νας του κα­τά τοῦ Νε­στο­ρί­ου ἤ τοῦ Μο­νο­φυ­σι­τι­σμοῦ γέ­μι­σε τήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Με­γά­λου αὐ­τοῦ Πα­τρός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ Νε­στό­ρι­ος, Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Κων/πό­λε­ως ἀρ­νι­ό­ταν τήν καθ’ ὑ­πό­στα­ση ἕ­νω­ση τῶν δύ­ο ἐν Χρι­στῷ φύ­σε­ων, καί δε­χό­ταν δύ­ο πρό­σω­πα, τόν Χρι­στό Θε­ό καί τόν Ἰ­η­σοῦ ἄν­θρω­πο, γι’ αὐ­τό ὀ­νό­μα­ζε τήν Πα­να­γί­α Χρι­στο­τό­κο. Ὁ Ἅ­γι­ος Κύ­ριλ­λος δί­δα­σκε τήν ἑ­νό­τη­τα τῶν δύ­ο φύ­σε­ων στό ἕ­να πρό­σω­πο καί τήν μί­αν ὑ­πό­στα­σιν τοῦ Χρι­στοῦ, γι’ αὐ­τό καί ἡ Πα­να­γί­α εἶ­ναι Θε­ο­τό­κος.

Τό 431, στήν Ἔ­φεσ­σο συ­νῆλ­θε ἡ Γ΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος. Ἡ Σύ­νο­δος κα­τα­δί­κα­σε τή δυσ­σε­βῆ δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Νε­στορί­ου καί τόν ἴ­δι­ο τόν αἱ­ρε­σι­άρ­χη καί ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε τίς ἐρ­γα­σί­ες της ἐ­πί ἄλ­λων θε­μά­των. Ὁ Θε­ο­δό­σι­ος Β΄ ἀ­πο­δέ­χθη­κε τίς θέ­σεις τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων καί  ἐ­πι­κύ­ρω­σε τά Πρα­κτι­κά τῆς Γ΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου.

Pin It

footer1

  • Τετάρτη
    19 Δεκεμβρίου

    Βονιφατίου, Άρεως, Ευτυχίου και Θεσσαλονίκης μάρτ., Αγλαΐας της Ρωμαίας