Πανελλήνια Ένωση Γονέων
για την Προστασία του Ελληνορθόδοξου Πολιτισμού της Οικογένειας και του Ατόμου
Back to all Post

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ: Η ΠΙΟ ΔΟΜΗΜΕΝΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Γράφει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος

Ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθμ. 660/2018 ἀπόφαση τοῦ Σ.τ.Ε. γιά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καί γίνεται μεγάλη συζήτηση στόν ἔντυπο καί ἠλεκτρονικό τύπο γιά τό θέμα αὐτό, ὅπως ἔγιναν καί δηλώσεις ὑπευθύνων ἀπό πλευρᾶς Ἐκκλησίας καί Πολιτείας. Πάνω στό θέμα αὐτό θά ἐκθέσω μερικές ἀπόψεις μου, πρῶτα ὡς πρός τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καί ἔπειτα ὡς πρός τίς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καί ὡς πρός τό τί δέον γενέσθαι.

1. Τά δύο Προγράμματα τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν

Γιά νά κατανοήση κανείς τί ἀκριβῶς συμβαίνει μέ τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, πρέπει νά ἐξετάση τήν διαφορά πού ὑφίσταται μεταξύ δύο Προγραμμάτων.

Πρίν τόν Σεπτέμβριο 2016, ὡς πρός τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στήν Πρωτοβάθμια καί Δευτεροβάθμια Ἐκπαίδευση, ἴσχυε τό Ἀναλυτικό Πρόγραμμα βάσει τοῦ ὁποίου ἐγράφησαν τά βιβλία τῶν Θρησκευτικῶν. Ἡ ἀναλυτική μέθοδος ἴσχυε πολλά χρόνια στήν ἐκπαίδευση, ἀφοῦ στηρίζεται στήν ἀρχή ὅτι ἀπό τά ἁπλά στοιχεῖα γίνεται ἡ μετάβαση τά συνθετότερα, στά δέ θρησκευτικά –ὅπως καί σέ ἄλλα μαθήματα– γίνονταν τρεῖς κυκλικές ἐπαναλήψεις τῆς ὕλης ἀπό ἁπλούστερες σέ συνθετότερες μορφές κατά τό Δημοτικό, Γυμνάσιο καί Λύκειο. Αὐτονόητα τά ζητήματα ἐτίθεντο μέ χρονολογική σειρά καί λογική συγκρότηση ἀπό τά ἁπλά στά σύνθετα.

Συγκεκριμένα, ἄρχιζε ἡ προσφερόμενη γνώση ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, προχωροῦσε στήν Καινή Διαθήκη στά χρόνια τοῦ Χριστοῦ καί ἐπεκτεινόταν στήν συνάντηση τοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τόν Ἑλληνισμό, στίς διαφορές μεταξύ τῶν Χριστιανῶν (Ὀρθοδόξων, Ρωμαιοκαθολικῶν, Προτεσταντῶν), στίς αἱρέσεις, στίς ἄλλες Θρησκεῖες καί τά σύγχρονα κοινωνικά καί βιοηθικά προβλήματα. Στήν ὅλη μεθοδολογία τοῦ Ἀναλυτικοῦ Προγράμματος δέν ὑπῆρχαν πολλαπλές θρησκεῖες ταυτοχρόνως πλημμελῶς, ἀποσπασματικά ἐξεταζόμενες, οὔτε συναφῶς ἀνιστόρητες μεταβάσεις μέ ἅλματα αἰώνων ἐν εἴδει σύγκρισης φαινομένων καί μέ πρόσχημα τήν κριτική σκέψη.

Ἕνα τέτοιο μάθημα, πού στηριζόταν στήν ἀναλυτική μέθοδο, παρεῖχε ὁλοκληρωμένη γνώση καί δέν ἦταν ὁμολογιακό μάθημα, οὔτε εἶχε κατηχητικό χαρακτήρα, ἀλλά ἦταν γνωσιολογικό, πολιτιστικό καί θρησκειολογικό.

Ἄλλωστε, ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἡ βάση τῶν τριῶν γνωστῶν Θρησκειῶν (Ἑβραϊσμοῦ, Χριστιανισμοῦ, Μουσουλμανισμοῦ), ἄν καί ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι Θρησκεία, ὅπως οἱ ἄλλες, καθώς ἐπίσης οἱ μαθητές, ἐκτός ἀπό τήν δική τους χριστιανική πολιτιστική παράδοση, διδάσκονταν καί ἄλλες Θρησκεῖες καί ἄλλες σέκτες καί αἱρέσεις, καθώς ἐπίσης διδάσκονταν σύγχρονα κοινωνικά, οἰκολογικά ἤ βιοηθικά ζητήματα. Τό ὅτι μερικοί συστηματικά διαδίδουν ὅτι τό μάθημα αὐτό τῶν Θρησκευτικῶν ἦταν κατηχητικό καί ὁμολογιακό παραποιοῦν τά πράγματα ἐν γνώσει τους καί παραπλανοῦν συστηματικά τήν κοινωνία.

Ἀπό τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2016 μέ ὑπουργική ἀπόφαση πού δημοσιεύθηκε στήν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καί εἶχε ἰσχύ Νόμου, ἄλλαξε αὐτή ἡ μεθοδολογία τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν πού βασιζόταν στήν ἀναλυτική σκέψη καί εἰσήχθη τό λεγόμενο Πρόγραμμα Σπουδῶν πού βασίζεται στήν θεματική μέθοδο σπουδῶν. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἐγκαταλείφθηκε πλέον ἡ ἀναλυτική μέθοδος καί εἰσήχθη ἡ μέθοδος διδασκαλίας τῶν Προγραμμάτων διαδικασίας, μέ ἔμφαση στήν μάθηση μέσῳ τῆς πράξης καί συμμετοχῆς τοῦ μαθητῆ στήν γνωστική διαδικασία.

Τά Ἀναλυτικά Προγράμματα κρίθηκαν ὡς παρωχημένα λόγῳ «ἀσαφοῦς, ἀόριστης στοχοθεσίας, μέ στείρα παροχή πληροφορίας καί συναφοῦς ἄκριτης ἀπομνημόνευσης, αὐστηροῦ προγραμματισμοῦ τῆς διδακτέας ὕλης, ἀνελαστικοῦ προγραμματισμοῦ τῆς διδασκαλίας, λιγοστῆς δυνατότητας ἀνάληψης πρωτοβουλιῶν ἀπό τόν ἐκπαιδευτικό».

Ἡ μεθοδολογία τῶν Προγραμμάτων διαδικασίας –ὅπως τοὐλάχιστον ἐφαρμόζονται στά νέα Προγράμματα Σπουδῶν Θρησκευτικῶν– μέ ἔμφαση στήν μάθηση, μέσῳ συμμετοχικῆς πράξης μαθητῶν καί διδασκόντων, ἑστιάζει πλήρως στό πῶς τῆς πράξης, καταργώντας ὡς ἀπολύτως παρωχημένο τό τί τῆς διδακτέως ὕλης.

Τό τί τῆς διδασκαλίας κρίνεται ὡς πληροφορία πού μεταβάλλεται διαρκῶς καί συνεπῶς δέν ἀξίζει τῆς προσοχῆς τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος, ἐνῶ τό πῶς μαθαίνω ἀναδεικνύεται σέ μέγιστη ἀξία. Σέ ἕνα τέτοιο πλαίσιο καθίσταται ἀπολύτως σαφές τό γιατί παραγνωρίζεται ἀπολύτως ἡ σημασία τῆς ἱστορίας καί τῆς ἀναλυτικῆς λογικῆς, παρά τίς ρητορικές διαβεβαιώσεις περί στιβαροῦ ἱστορικοῦ πλαισίου, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τό περιβάλλον τῆς πληροφορίας.

Ὅταν αὐτό πού ἐνδιαφέρει εἶναι τό πῶς, ἀναγκαίως καί ἀναπόφευκτα ἐπιστρατεύονται τραγουδάκια, ποιηματάκια, σκετσάκια ὑπηρετικά τοῦ πῶς. Τά ἱστορικά φαινόμενα καθυποτάσσονται στήν λειτουργία ἐκμάθησης τοῦ πῶς.

Ἡ μετάβαση ἀπό τήν ἱστορία στήν πρακτική δεξιότητα εἶναι σαφής. Ἡ λογική τῶν δεξιοτήτων προωθούμενη ἀπό τό Πρόγραμμα Σπουδῶν χρησιμοποιεῖ τήν ἱστορία ὡς πεδίο ἐκμάθησης τεχνικῶν. Ἀκριβῶς γι’ αὐτό χρησιμοποεῖ ὅ,τι εἶναι βολικό ἀπό τήν ἱστορία γιά ἐκμάθηση τεχνῶν καί στά πλαίσια τῆς πολυπολιτισμικότητας χρησιμοποιεῖ ὅ,τι εἶναι βολικό γιά τήν ἐξάσκηση τῶν μαθητῶν στίς παγκοσμιοποιημένες ἀρετές τῆς πολιτικῆς ὀρθότητας, οὐδέτερες γιά κάθε Θρησκεία. Ἀκριβῶς γι’ αὐτό κάθε ἱστορικό φαινόμενο ἐξετάζεται πλημμελῶς, διότι δέν ἐνδιαφέρει καθεαυτό, ἀλλά ἐνδιαφέρει ἡ προκύπτουσα ἀπό αὐτό χρησιμότητα.

Ἡ θεματική μέθοδος δέν ἔχει σχέση μόνον μέ μιά ἁπλή μέθοδο, πού εἶναι ἔργο τῆς παιδαγωγικῆς ἐπιστήμης, ἀλλά ἔχει σχέση μέ τό περιεχόμενο τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν. Ἡ θρησκευτική γνώση μέ τήν μέθοδο αὐτή δέν προσφέρεται μεθοδικά, χρονικά, ἀλλά ἀποσπασματικά. Δηλαδή, ἡ θεματική μέθοδος, ὅπως προαναφέρθηκε, κατήργησε τήν ἱστορική διάρθρωση τῆς ὕλης καί προσφέρει μιά προσέγγιση φαινομενολογική.

Αὐτό χαρακτηρίσθηκε ὡς «θρησκευτικός γραμματισμός», μέ τήν ἔννοια ὅτι σχηματίζεται μιά γνώση, λαμβάνοντας στοιχεῖα ἀπό ὅλες τίς θρησκεῖες. Πρέπει νά θυμίσω ὅτι, ὅπως ἀνέλυσα στήν εἰσήγησή μου στήν Ἱεραρχία, ὁ «θρησκευτικός γραμματισμός» ἦταν μιά θεωρία τοῦ Andrew Wright στήν Βρεταννία, τήν δεκαετία τοῦ ’90 πού δημιουργήθηκε «στόν ἀντίποδα τῆς φιλελεύθερης θεώρησης τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς» τοῦ Robert Jakson. Ὅμως, τελικά μέ τό Νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν δέν ἐφαρμόσθηκε ὁ «θρησκευτικός γραμματισμός» τοῦ Andrew Wright.

Ἡ διαφορά μεταξύ τοῦ παλαιοῦ Ἀναλυτικοῦ Προγράμματος καί τοῦ Νέου Προγράμματος Σπουδῶν δείχνει τό ὅλο πρόβλημα πού ὑπάρχει στό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καί δημιουργεῖ σύγχυση. Ἡ ἴδια διαφορά θά παρατηρηθῆ καί στό μάθημα τῆς ἱστορίας, ὅταν ἀντί νά διδαχθῆ ἡ ἱστορία τῆς χώρας μας μέ τήν ἀναλυτική μέθοδο (ἀρχαία, μέση, νεώτερη), θά διδαχθοῦν θεματικά ὅλα μαζί τά ἱστορικά γεγονότα. Αὐτό θά δημιουργήση τεράστια σύγχυση στούς μαθητές.

Δηλαδή, ἡ θεματική μέθοδος σπουδῶν στά μέν Θρησκευτικά δημιουργεῖ τόν θρησκευτικό συγκρητισμό, στήν δέ ἱστορία τόν ἀκραῖο διεθνισμό, πού ὑπονομεύει τό Ἔθνος καί εἰσάγει ἐν πολλοῖς τήν ἀρχή τῆς σύνθεσης καί τῆς ἀπώλειας τῶν πολιτισμικῶν χαρακτηριστικῶν καί ὁδηγεῖ στήν ἀφομοίωση ἑνός πολιτισμοῦ ἤ τόν ἀπο-εκπολιτισμό του.

Στό θέμα αὐτό πρέπει νά ληφθοῦν ὑπ’ ὄψη τά ὅσα ἐξέθεσα προηγουμένως γιά τήν διαφορά μεταξύ τοῦ Ἀναλυτικοῦ Προγράμματος καί τοῦ Προγράμματος Σπουδῶν, σύμφωνα μέ ἐπιστημονικά δεδομένα, τά ὁποῖα ἔχω ἀναλύσει σέ δύο Εἰσηγήσεις μου στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο (Ἰανουάριος 2016) καί τήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Μάρτιος 2016).

Ἄν κανείς δέν ἐντοπίση αὐτήν τήν πραγματικότητα, δέν θά μπορέση νά καταλάβη καθόλου τό πρόβλημα πού ἔχει δημιουργηθῆ στό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν. Δέν πρόκειται, δηλαδή, γιά μερικά ἐπί μέρους προβλήματα καί στοιχεῖα γνωσιολογικά, οὔτε γιά μερικά τραγούδια καί ἀποσπάσματα, ἀλλά γιά ὑπονόμευση τῆς σοβαρῆς ἀναλυτικῆς μεθόδου πού εἶναι ἡ βάση κάθε ἐπιστήμης, καί αὐτό ἔχει συνέπειες στόν πολιτισμό.

Ἔτσι, τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν μέ τό προηγούμενο Ἀναλυτικό Πρόγραμμα ἦταν μεθοδικό, γνωσιολογικό, πολιτιστικό, θρησκειολογικό, ὅπως ἔχει ἀποδειχθῆ σέ σχετική διδακτορική διατριβή, καί ὄχι κατηχητικό καί ὁμολογιακό, μέ τίς ἀπαραίτητες διορθώσεις. Ἀντίθετα, τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν μέ τό Νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν εἶναι συγκρητιστικό, διαθρησκειακό, καί ὑπονομεύει ὅλη τήν παράδοσή μας, ἡ ὁποία στηρίζεται στήν γνώση τοῦ δικοῦ μας πολιτιστικοῦ προτύπου, μέ τόν παράλληλο σεβασμό κάθε ἑτερότητας.

Ἐπειδή τελευταῖα διαδίδεται πολύ ὅτι τούς Φακέλους τοῦ Μαθητοῦ πού ἐκφράζουν τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν τούς ἐνέκρινε ἡ Ἐκκλησία, θέλω νά διευκρινίσω ὅτι στήν Συνεδρίαση τῆς 27ης Ἰουνίου 2017, μετά τήν σχετική εἰσήγηση γιά τούς Φακέλους τοῦ Μαθητοῦ, ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπιφυλάχθηκε καί δέν ἐνέκρινε.

Ἡ πρόταση τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερωνύμου, ὅπως φαίνεται στά Πρακτικά τῆς Ἱεραρχίας ἦταν:

«Ἑπομένως, ἡ Ἐπιτροπή διαλόγου θά συνεχίσει τόν διάλογο μέ τήν Πολιτεία καί θά παρακολουθεῖ τήν ἐξέλιξη τῶν θεμάτων ὡς πρός τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν. Ἔτσι, λοιπόν, σήμερα δέν θά ποῦμε ὅτι ἐγκρίνεται ἤ ἀπορρίπτεται τό Νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν, ἀλλά ὅτι ἡ ΙΣΙ ἐνημερώθηκε ἀπό τά μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καί τούς εὐχαριστοῦμε…». Καί ἡ πρόταση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἔγινε ὁμοφώνως ἀποδεκτή.
Ἑπομένως, ἡ Ἱεραρχία δέν ἐνέκρινε, οὔτε ἀπέρριψε, ἁπλῶς ἐνημερώθηκε.

©  Copyright Π.Ε.Γ. 2021. All Right Reserved. Developed by WebMouse