Πανελλήνια Ένωση Γονέων

Πανελλήνια Ένωση Γονέων
για την Προστασία του Ελληνορθόδοξου Πολιτισμού της Οικογένειας και του Ατόμου
Back to all Post

Αίρεση: η νόθευση της πνευματικής θεραπευτικής

Η δημιουργία και ο σκοπός του ανθρώπου

Ο Θεός, από άπειρη αγάπη και χωρίς να ζητά τίποτε για τον Εαυτό Του, δημιούργησε όλο τον κόσμο. Με στοργή και φροντίδα έπλασε τον άνθρωπο. Τον περιέβαλε με ιδιαίτερη τιμή, πλάθοντάς τον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή Του (Γεν. 1,26–27). Στην απλή και λιτή περιγραφή της δημιουργίας του ανθρώπου, όπως αυτή παρουσιάζεται στο βιβλίο της Γενέσεως (Γεν. 2,7), θαυμάζει κανείς την τρυφερότητα και την ξεχωριστή επιμέλεια με την οποία ο Θεός τον φέρνει στην ύπαρξη.

Ο τρόπος με τον οποίο δημιουργείται ο άνθρωπος φανερώνει και τον προορισμό του. Ο Θεός δεν τον έπλασε για να ζει μόνος ή μακριά Του. Τον έπλασε για να ζει ενωμένος μαζί Του και να μετέχει κατά χάριν στην κοινωνία της αγάπης που υπάρχει στην Αγία Τριάδα. Γι’ αυτό ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο με την ικανότητα όχι μόνο να Τον γνωρίζει, αλλά και να ζει, όσο του επιτρέπει η φύση του, τη ζωή που ζει ο ίδιος ο Θεός. Η ανθρώπινη φύση, αν και είναι κτιστή, έχει τη δυνατότητα να δεχθεί την αποκάλυψη του Θεού και την ικανότητα να κατανοήσει, ως έναν βαθμό, το μυστήριο του Θεού.[1] Ο άνθρωπος, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, μπορεί να πλησιάσει τον Θεό, να Τον γνωρίσει και να Τον αγαπήσει..

Επειδή ο άνθρωπος είναι πλασμένος για να ζει σε σχέση με τον Θεό, γι’ αυτό και δημιουργήθηκε ως πρόσωπο. Ως ένα ον που μπορεί να αγαπά και να δημιουργεί υγιείς σχέσεις. Για να υπάρξει όμως αληθινή σχέση αγάπης, χρειάζεται ελευθερία. Η αγάπη δεν εξαναγκάζεται ούτε μπορεί να επιβληθεί. Γι’ αυτό και ο Θεός προίκισε τον άνθρωπο με αυτεξούσιο και ικανότητα αυτοπροσδιορισμού, ώστε να θελήσει ελεύθερα ο ίδιος τη σχέση με τον Θεό.

Η πτώση και οι συνέπειές της

Όσο ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε σωστά την ελευθερία του, ζούσε με τρόπο θεάρεστο και σύμφωνο με τη φύση του. Κατεύθυνε όλο τον εαυτό του προς τον Δημιουργό του και βρισκόταν σε κοινωνία με τον Θεό. Η ζωή του είχε ενότητα και ειρήνη, γιατί ο Θεός ήταν το κέντρο της. Ζούσε σε αρμονία με τον εαυτό του, με τον συνάνθρωπο και με όλη τη δημιουργία.[2]

Από τη στιγμή που ο άνθρωπος υπάκουσε στον διάβολο και παρέβη την εντολή του Θεού, μεταλαμβάνοντας από τον απαγορευμένο καρπό, ξεκίνησε η πτώση. Έχασε την κοινωνία με τον Θεό και βυθίστηκε στην αδυναμία και στον φόβο. Έπαψε να αναφέρεται αγαπητικά στον Θεό και κλείστηκε εγωιστικά στον εαυτό του. Αντί να στρέφεται προς τον Δημιουργό του, άρχισε να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του.

Έκανε τον εαυτό του το κέντρο της ύπαρξής του, με αυτοαναφορικότητα και αυτοερωτισμό. Ήθελε να περιστρέφονται όλα γύρω του: οι άλλοι άνθρωποι, η δημιουργία, ακόμη και ο ίδιος ο Θεός. Από πρόσωπο ικανό να ζει σε σχέσεις αγάπης, έγινε άτομο φοβισμένο, κλεισμένο στον εαυτό του, περιορισμένο στα όρια της φθοράς και της κτιστότητας.[3]

Οι σχέσεις που αναπτύσσει πλέον ο άνθρωπος δεν είναι προσωπικές. Είναι σχέσεις χρηστικές και κτητικές. Σχέσεις συμφέροντος και εξουσιαστικής κατοχής. Έτσι βιώνει τον κατακερματισμό του σε κάθε του προσανατολισμό. Η καρδιά του, το γνωστικό όργανο της αγάπης, έχει διασπαστεί. Ο νους του, αποκομμένος από την καρδιά, σκορπίζεται μέσω των αισθήσεων και διαχέεται σε πλήθος λογισμών, τόσων όσων και τα εξωτερικά ερεθίσματα. Γι’ αυτό δεν μπορεί πια να αγαπήσει με όλη του την καρδιά, γιατί έχει διασαλευθεί μέσα του η ενότητα νου και καρδιάς.

Η καρδιά του ανθρώπου, όταν λειτουργεί σωστά, ενωμένη με τον νου, γίνεται τόπος αγάπης και αληθινής γνώσης. Μόνο όταν αγαπά, μπορεί να γνωρίσει με καθαρότητα. Όμως, στην κατάσταση της πνευματικής ασθένειας, όπου δεν μπορεί να αγαπήσει αυθεντικά, δεν μπορεί και να γνωρίσει την αλήθεια των όντων. Δεν βλέπει τα πράγματα όπως είναι, αλλά όπως του τα παρουσιάζει η αυτάρεσκη σκέψη του.[4] Κρίνει τους άλλους με βάση τον εαυτό του και κατανοεί τον κόσμο όχι μέσα στο φως της θείας παρουσίας, αλλά μέσα στο σκοτάδι της αποξένωσης.

Όταν ο άνθρωπος δεν αγαπά, αδυνατεί να γνωρίσει τον Θεό. Δεν διακρίνει την παρουσία Του ούτε αισθἀνεται την αγαθότητά Του. Αυτό συμβαίνει επειδή Τον αναζητά με τα εργαλεία της σκέψης και όχι με την αίσθηση της καρδιάς. Όμως ο Θεός δεν κατακτάται με τον στοχασμό· αποκαλύπτεται σε εκείνον του οποίου η καρδιά έχει καθαρθεί από τα πάθη. (Ματθ. 5,8: «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται.»)

Στην ήδη κλονισμένη σχέση του με τον Θεό, ο άνθρωπος δεν Τον εμπιστεύεται, δεν Τον αναγνωρίζει στη ζωή του και δεν Τον αγαπά. Φοβάται να Του ανοιχθεί, δυσκολεύεται να αποδεχθεί την αγάπη Του και να αφεθεί στην πρόνοιά Του.[5]

Και αφού ο άνθρωπος δεν αγαπά τον Θεό, είναι φυσικό να μην μπορεί να αγαπήσει ούτε τον πλησίον του. Μη γνωρίζοντας την αγάπη του Θεού, δεν είναι σε θέση να τη μιμηθεί ούτε να την εκφράσει με τρόπο που να μην πληγώνει. Αντί να βλέπει τον πλησίον ως αδελφό και εικόνα Θεού, τον αντιμετωπίζει ως ξένο, ανταγωνιστή ή εργαλείο για την ικανοποίηση των επιθυμιών του. Έτσι, οι σχέσεις του γεμίζουν ένταση, καχυποψία και φόβο· δεν εμπιστεύεται, δεν ανοίγεται, δεν προσφέρεται.

Η ρήξη της σχέσης με τον Θεό δεν επηρεάζει μόνο τη σχέση με τον πλησίον, αλλά και εκείνη με τη δημιουργία. Ο άνθρωπος δεν την βλέπει πια ως δώρο του Θεού, αλλά ως κάτι που υπάρχει για να το καταναλώνει και να το εξουσιάζει. Δεν τη σέβεται ούτε τη φροντίζει. Δεν αναγνωρίζει την ομορφιά και το βάθος που κρύβει μέσα της, γιατί αγνοεί τη σχέση της με τον Δημιουργό. Η θέαση του κόσμου δεν είναι πια λειτουργική και ευχαριστιακή, ικανή να αποκαλύπτει τον Θεό και να οδηγεί σε αγαπητική κοινωνία μαζί Του, αλλά έχει γίνει ιδιοτελής και ψυχρή.[6]

Τέλος, ούτε τον ίδιο του τον εαυτό μπορεί να κατανοήσει. Δεν αντιλαμβάνεται ποιος είναι ουσιαστικά, ούτε ποιον σκοπό καλείται να εκπληρώσει. Αντί να ζει με ταπείνωση και αυθεντική αγάπη, γεμίζει από εγωισμό και αυταρέσκεια. Κλείνεται στον εαυτό του, τον εξιδανικεύει, τον θαυμάζει, αλλά κατά βάθος δεν τον αγαπά. Επειδή έχει αποκοπεί από τη Χάρη του Θεού, δεν μπορεί να δει την αλήθεια του εαυτού του. Χάνει τον εσωτερικό του προσανατολισμό και ζει σε σύγχυση, εσωτερική διάσπαση και μοναξιά.

Η θεραπεία του ανθρώπου μέσα στην Εκκλησία

Από όλες αυτές τις τραγικές συνέπειες της πτώσης, μάς θεράπευσε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Προσλαμβάνοντας στο πρόσωπό Του την ανθρώπινη φύση, την καθαγίασε και την αποκατέστησε πλήρως. Την πέρασε μέσα από τον θάνατο, την ανέστησε και την ανέλαβε δοξασμένη στα δεξιά του Πατρός. Ό,τι πραγματοποίησε με τον Σταυρό, την Κάθοδο στον Άδη και την Ανάστασή Του, το προσφέρει σε κάθε άνθρωπο ως δυνατότητα μετοχής στη ζωή Του, διά της Εκκλησίας, με την Πεντηκοστή ως αφετηρία αυτής της νέας πραγματικότητας.

«Ἡ σωτηρία/ἴαση τῆς ὅλης ἀνθρώπινης φύσης καὶ ἡ θέωσή της πραγματώθηκαν στὸ Πρόσωπο τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ Λόγου καὶ δωρίζονται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σὲ κάθε βαπτιζόμενο, ὁ ὁποῖος μέσα στὴν Ἐκκλησία ἑνώνεται μὲ τὸ Χριστό. Ἐν τούτοις καὶ ἡ σωτηρία καὶ ἡ θέωση συνιστοῦν γιὰ τὸ βαπτιζόμενο μόνο δυνατότητες: ὀφείλει νὰ ἀφομοιώσει τὴ δωρεὰ σὲ ὅλο του τὸ εἶναι. Ἐδῶ ἔγκειται ὁ ρόλος τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τῆς ἄσκησης»[7].

Η Εκκλησία δεν είναι απλώς ένα μέσο για τη σωτηρία. Είναι η ίδια η σωτηρία μας. Είναι το πνευματικό ιατρείο όπου ο άνθρωπος θεραπεύεται και ανακτά την ενότητά του. Μέσα της, αποκαθίστανται όλες οι σχέσεις του:

  • Επανενώνεται με τον Θεό, καθώς γίνεται μέλος του Σώματος του Χριστού και ζει εν Αγίω Πνεύματι τη χάρη της υιοθεσίας.
  • Επανέρχεται σε αγαπητική κοινωνία με τον συνάνθρωπό του, καθώς η ζωή της Εκκλησίας είναι κοινωνία προσώπων, εικόνα της ενότητας και της αγάπης της Αγίας Τριάδας.
  • Σχετίζεται με την κτίση με τρόπο λειτουργικό και ευχαριστιακό, προσφέροντάς την στον Θεό και δεχόμενος την ως ευλογία.
  • Τέλος, συμφιλιώνεται με τον εαυτό του, καθώς η άσκηση και η προσευχή θεραπεύουν τον νου και καθαρίζουν την καρδιά, ενώνοντάς τα σε μια ησυχαστική ενότητα. Από αυτή την ένωση πηγάζει η θεραπεία της ύπαρξης. Η “βαθεία καρδία” γίνεται τόπος κατοίκησης της Χάριτος, και εκεί, στο ιερότερο βάθος του είναι, ο άνθρωπος προφέρει αδιάκοπα την ευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.»[8]

Καλλιεργώντας τις αρετές μέσα στην Εκκλησία, ο άνθρωπος ανεβαίνει στον σταυρό της αυτομεμψίας και της ταπείνωσης. Μαζί με τον Χριστό, κατεβαίνει στα βάθη της προσωπικής του πτώσης, χωρίς να χάνει την ελπίδα. Ακολουθεί τον Κύριο ακόμη και στον Άδη — όχι για να μείνει εκεί, αλλά για να αναστηθεί μαζί Του. Γιατί, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, «ὁ καταβάς, αὐτός ἐστιν καὶ ὁ ἀναβάς» (Εφ. 4,10).

Γνωρίζει την αγάπη του Θεού και, γι’ αυτό, νιώθει ασφάλεια να αρνηθεί το αυτοείδωλό του. Τολμά να αντικρίσει την αμαρτωλότητά του χωρίς υπεκφυγές. Μετανοεί, γιατί νιώθει την ανοιχτή αγκαλιά του στοργικού Πατέρα και δεν απελπίζεται για τις πτώσεις του. Σιγά σιγά, οι εντολές του Θεού δεν του φαίνονται σαν στρατιωτικά παραγγέλματα ή θρησκευτικός καθωσπρεπισμός· αφομοιώνονται και γίνονται ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει και εκφράζεται.

Με την τήρηση των εντολών, ο άνθρωπος αφομοιώνει τη ζωή του Αναστημένου Κυρίου. Η ζωή του Χριστού γίνεται δική του ζωή, και γι’ αυτό δεν φοβάται πια τον θάνατο. Πλαταίνει η ύπαρξή του, ανοίγει η καρδιά του και χωρά μέσα της ακόμη και τους εχθρούς. Ο άνθρωπος που ζει στον ρυθμό της Εκκλησίας, ζει ήδη από τώρα τον παραδείσιο τρόπο υπάρξεως, μέσα στο λειτουργικό ήθος της Εκκλησίας και με προσανατολισμό στην εσχατολογική προοπτική.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ο άνθρωπος βρίσκει τη γνήσια θεραπεία της ύπαρξής του. Απελευθερώνεται από τα τραύματα της αμαρτίας και της πτώσης, αποκαθίσταται πνευματικά και καθοδηγείται στην εν Χριστώ ζωή και σωτηρία. Η άσκηση επιτρέπει στον βαπτισμένο να μετέχει προσωπικά στην ανακαίνιση και τη θέωση που του προσέφερε ο Θεάνθρωπος Χριστός.

«Ἡ ὅλη θεραπευτικὴ ἀγωγὴ τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔχει σκοπὸ ἁπλῶς τὴν ἠθικὴ καὶ κοινωνικὴ ἐξισορρόπηση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ τὴν ἐπανασύνδεση τῶν σχέσεών του μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους του. Αὐτὸ γίνεται μὲ τὴν ἐπούλωση τῆς ψυχικῆς πληγῆς καὶ τὴ θεραπεία τῶν παθῶν»[9].

Η θεραπεία του ανθρώπου είναι η ενότητα.[10] Ενότητα με τον Θεό, με τον εαυτό του, με τον συνάνθρωπο και με όλη την δημιουργία. Αντίθετα, η πτώση διέσπασε τον άνθρωπο και τον κατακερμάτισε. Όταν ο άνθρωπος θεραπεύεται, η ενότητα αυτή αποκαθίσταται σε όλα τα επίπεδα. Δεν ενώνεται μόνο με τον Θεό, αλλά ξαναβρίσκει την αρμονία μέσα του, στις σχέσεις του και στον τρόπο που σχετίζεται με τον κόσμο. Η ενότητα γίνεται τρόπος ύπαρξης, καρπός της χάρης και σημάδι της θεραπείας.

Η πλάνη των αιρέσεων και των ομάδων εκτός Εκκλησίας

Αντίθετα, εκτός Εκκλησίας, οι αιρετικές διδασκαλίες και ομάδες όχι μόνο δεν παρέχουν αληθινή θεραπεία, αλλά επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου, οδηγώντας τον σε βαθύτερη σύγχυση, απογοήτευση και πνευματική δυστυχία.

Στις ομάδες που είναι ασυμβίβαστες με την Ορθόδοξη πίστη, δεν επιτυγχάνεται η ενότητα με τον Θεό. Αυτό συμβαίνει γιατί, στις περισσότερες από αυτές, ο Θεός δεν γίνεται αντιληπτός ως πρόσωπο με το οποίο μπορεί κανείς να σχετισθεί.[11] Παρουσιάζεται ως απρόσωπη δύναμη, παγκόσμια ενέργεια ή αφηρημένο σύμπαν.[12] Οι σχέσεις με τον Θεό δεν θεμελιώνονται στην αγάπη, αλλά σε μια απρόσωπη υποταγή σε παγκόσμιους, συχνά απόκρυφους, νόμους. Ο άνθρωπος καλείται να μάθει τη λειτουργία αυτών των νόμων, για να προσαρμόσει τη ζωή του και να εξασφαλίσει προσωπικό όφελος. Στην ουσία, δεν ζητά να σχετισθεί με τον Θεό, αλλά να τον χρησιμοποιήσει. Κάθε ομάδα ισχυρίζεται ότι μόνο εκείνη γνωρίζει τον «μυστικό μηχανισμό» αυτών των νόμων και κατέχει τη σωστή τεχνική χειρισμού της θεϊκής δύναμης.

Ακόμη και στις ομάδες όπου γίνεται λόγος για «προσωπική σχέση με τον Ιησού», η σχέση αυτή, επειδή δεν είναι εκκλησιαστική, δεν προσφέρεται στην κοινότητα. Είναι ατομική, εγωκεντρική και ιδιοτελής. Δεν έχει μέσα της το ήθος της θυσίας, ούτε το φρόνημα του Σταυρού. Κυριαρχεί το ωφελιμιστικό στοιχείο και η ιδιωτική πνευματικότητα, μακριά από το μυστήριο της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και ο Χριστός για τον οποίο μιλούν, δεν είναι ο Χριστός της Εκκλησίας, αλλά ένας Χριστός της δικής τους συναισθηματικής φαντασίας.

Στο πεδίο της σχέσης με τον πλησίον, στις ομάδες αυτές αλλοιώνεται βαθιά το νόημα της αγάπης. Η σχέση δεν είναι προσφορά και διακονία, αλλά κυριαρχία και έλεγχος. Ο άλλος δεν λογίζεται ως πρόσωπο, αλλά ως εργαλείο για προσωπική επιβεβαίωση ή επιβολή. Όσοι ασπάζονται τη διδασκαλία της μετενσάρκωσης, σχετικοποιούν τόσο πολύ τις ανθρώπινες σχέσεις, ώστε αναβάλλουν την ευθύνη και την αγάπη για κάποια μελλοντική ζωή.[13] Στις δε ομάδες που επικαλούνται την Αγία Γραφή, η σχέση με τον πλησίον χρωματίζεται από έναν νομικιστικό τρόπο σκέψης. Ο πλησίον θεωρείται, στην καλύτερη περίπτωση, μέσο σωτηρίας· ένα «όχημα» που με μεταφέρει στον Παράδεισο, στο πλαίσιο μιας εργαλειακής ηθικής — και όχι πρόσωπο με το οποίο προγεύομαι τη Βασιλεία του Θεού.

Σε όλες πάντως τις παραχριστιανικές και παραθρησκευτικές ομάδες, επικρατεί συχνά ένα πνεύμα ελιτισμού.[14] Δημιουργείται ένας αυστηρός διαχωρισμός ανάμεσα στους “μυημένους” και στους “άλλους”. Η αίσθηση ότι ανήκουν σε έναν ανώτερο κύκλο, που μόνο αυτός κατέχει την αλήθεια, τους αποξενώνει από την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Στις ομάδες όπου εφαρμόζονται τελετές μύηση για υποτιθέμενη πρόσβαση σε ανώτερη γνώση, αυτή η ελιτιστική διάθεση εντείνεται ακόμη περισσότερο.[15]

Η σύγχυση που επικρατεί στις διάφορες ομάδες μεταφέρεται και στο πεδίο της σχέσης με τον κόσμο και τη δημιουργία του Θεού. Σε αρκετές από αυτές, ιδίως σε νεοπαγανιστικές μορφές και σε σύγχρονες μεταμοντέρνες «πνευματικότητες», η φύση ταυτίζεται με τον Θεό· θεοποιείται με τρόπο παγανιστικό και απρόσωπο. Η δημιουργία δεν γίνεται αντιληπτή ως δώρο του Θεού, αλλά ως απόλυτη δύναμη, ως θεότητα.[16] Έτσι, γεννιέται μια επικίνδυνη πνευματική αδιαφορία για την ευθύνη απέναντί της. Αν η φύση είναι θεός, τότε θεωρείται και άφθαρτη· δεν απειλείται από την ανθρώπινη κακομεταχείριση. Αυτή η αντίληψη, αντί να καλλιεργεί σεβασμό, ενισχύει την οικολογική κρίση.

Σε άλλες περιπτώσεις, επειδή δεν μπορούν να δουν πίσω από τη δημιουργία τον Δημιουργό, δεν κατανοούν και την ιερότητα της ύλης. Τη θεωρούν ως κάτι κατώτερο ή και αντίθετο προς το πνεύμα. Περιφρονούν το υλικό στοιχείο της ζωής και προβάλλουν μια πνευματικότητα άσαρκη, που βιώνεται μόνο σε φαντασιακές καταστάσεις. Απορρίπτοντας την ύλη, απορρίπτουν και το ανθρώπινο σώμα. Ονειρεύονται έναν πνευματικό άνθρωπο χωρίς σώμα, μια ηθική χωρίς άσκηση, μια αγάπη χωρίς σταυρό και χωρίς θυσία.[17] Έτσι, κατανοούν την ιστορία όχι ως ανοδική πορεία προς την τελειότητα, αλλά ως μια διαρκή πτώση στο δαιμονικό. Δεν έχουν εσχατολογική προσδοκία, ούτε λειτουργική βίωση των εσχάτων.

Τέλος, στο πεδίο της σχέσης με τον εαυτό, κυριαρχεί ο εγωκεντρισμός. Ιδιαίτερα στις αποκρυφιστικές ομάδες, ταυτίζεται πλήρως ο άνθρωπος με τον Θεό και καταργείται κάθε έννοια αμαρτίας — επομένως και κάθε έκφραση μετανοίας. Ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως θεός σε εξελικτική πορεία. Το μόνο που θεωρείται «σφάλμα» και «αμαρτία» είναι να μην πιστεύει ότι είναι ήδη θεός και να αναζητά έναν Θεό έξω από τον εαυτό του. Αντί να στραφεί προς τον προσωπικό Θεό, οδηγείται σε εσωτερική ενδοσκόπηση και αυτοπαρατήρηση. Εκεί προσπαθεί, με τεχνικές διαλογισμού και εσωτεριστικές πρακτικές, να ανακαλύψει κάποια θεϊκή “ουσία” μέσα του. Εδώ αποκαλύπτεται καθαρά η πλάνη με την οποία ξεγέλασε ο διάβολος την Εύα μέσα στον Παράδεισο, όταν της είπε: «Ἔσεσθε ὡς θεοί» (Γεν. 3,5). Και αυτή η πλάνη συνεχίζει να οδηγεί τον άνθρωπο στην απομόνωση, στην αυταπάτη και στην απώλεια.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η αναζήτηση της θεραπείας περιορίζεται σε τεχνικές αυτοβελτίωσης και διαχείρισης των συναισθημάτων ή της προσωπικότητας, για μια δήθεν αφύπνιση κρυμμένων «υπερδυνάμεων».[18] Όμως, απουσιάζει εντελώς ο στόχος της ένωσης του νου με την καρδιά — που είναι η αληθινή θεραπεία για τον άνθρωπο.[19] Όταν αυτές οι πρακτικές αποτυγχάνουν, η απογοήτευση καλύπτεται με ναρκισσιστικές πεποιθήσεις και αυτοδικαιωτικές αφηγήσεις. Ο άνθρωπος αποφεύγει τη μετάνοια και μεταθέτει την ευθύνη στους άλλους. Όπως έκανε ο Αδάμ μετά την πτώση, δικαιολογείται λέγοντας ότι οι άλλοι ευθύνονται για τον θυμό, την ένταση ή τις πτώσεις του. Έτσι, η ποθητή ενότητα δεν επιτυγχάνεται ποτέ. Αντί για θεραπεία, καλλιεργείται μια πνευματική αυταπάτη· γιατί η ίαση αναζητείται όχι στη σχέση με τον ζώντα Θεό της αγάπης, αλλά σε απρόσωπες δυνάμεις και ενέργειες, που δεν μπορούν να θεραπεύσουν το πρόσωπο του ανθρώπου.[20]

Ακόμη και σε ομάδες που επικαλούνται την Αγία Γραφή και φέρουν χριστιανικό ένδυμα, δεν επιτυγχάνεται η θεραπεία του ανθρώπου. Κι αυτό διότι διδάσκουν πως η σωτηρία εξαρτάται κυρίως από την ατομική προσπάθεια· από την ηθική επίδοση και την άσκηση του ανθρώπινου θελήματος. Ο Θεός παρουσιάζεται συχνά ως απομακρυσμένος θεατής, που επιδοκιμάζει ή αποδοκιμάζει τον “αυτόνομο” άνθρωπο, χωρίς να μετέχει πραγματικά στη διαδικασία της σωτηρίας του. Αν όμως είναι έτσι, τότε η πτώση και η αμαρτία βαραίνουν αποκλειστικά τον άνθρωπο, ο οποίος επωμίζεται ολόκληρο το βάρος της ενοχής, χωρίς την παρηγορία της θείας θεραπείας. Έτσι, η θεολογική αντίληψη της Δύσης καταλήγει να γίνεται βαθιά ενοχοποιητική· δεν προσφέρει ίαση, αλλά επιτείνει τον εσωτερικό διχασμό του ανθρώπου, ο οποίος τελικά αντιμετωπίζει ως υπέρτατο εχθρό τον ίδιο του τον εαυτό.

Η Εκκλησία ως ο τόπος της αλήθειας και της θεραπείας

Γίνεται, λοιπόν, φανερό πως η αίρεση και η πλάνη, η απομάκρυνση από την Ορθόδοξη Εκκλησία και η ένταξη σε ομάδες που είναι ασυμβίβαστες με την πίστη της, δεν αποτελούν απλώς μια διαφορετική ερμηνεία του γεγονότος της ζωής. Πρόκειται για μια λανθασμένη πνευματική αγωγή, μια ψευδοθεραπεία που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη σύγχυση, στη δυστυχία και, τελικά, στον διπλό θάνατο.[21]

Η Εκκλησία δεν είναι απλώς ένας θεσμός ή μια θρησκευτική πρόταση. Είναι το Σώμα του Χριστού, το μυστήριο της σωτηρίας, ο ζωντανός χώρος όπου ο Θεός ενὠνεται με τον άνθρωπο. Δεν προσφέρει μια ιδεολογία· προσφέρει θεραπεία. Έχει διαμορφώσει, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, μια πνευματική μεθοδολογία αλάνθαστη — όχι γιατί είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, αλλά γιατί είναι καρπός της Θείας Αποκάλυψης.[22]

Η Εκκλησία δεν υπόσχεται επιτυχία, αλλά αγιότητα· δεν προσφέρει άνεση, αλλά θεραπεία·[23] δεν γεννά “τέλειους” σύμφωνα με τα μέτρα του κόσμου, αλλά αγίους. Ανθρώπους που αγαπούν αληθινά, που ζουν την εν Χριστώ ελευθερία, που θεραπεύθηκαν από τα πάθη τους, που γεύονται την ενότητα, την ειρήνη, την αρμονία· τη ζωή της Βασιλείας ήδη από τώρα

Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η Κοινωνία του Αγίου Πνεύματος ας είναι πάντοτε μαζί μας, την ώρα του θανάτου μας και στην αιωνιότητα.


[1] Ἁγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ἄσκησις καὶ Θεωρία, Ἱερὰ Μονὴ Τιμίου Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1996, σ. 109 (Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ κτιστὴ φύσις τοῦ κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ πλασθέντος ἀνθρώπου ἐνέχει οὐχὶ μόνον τὴν δυνατότητα νὰ δεχθῇ τὴν Θείαν Ἀποκάλυψιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ ἀντιληφθῇ κατὰ τινα τρόπον τὸ Θεῖον Ὀν.)

[2] Αγίου Καλλίστου Καταφυγιώτη, Περί της ενώσεως με τον Θεό, κεφ. 76, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών τόμος Ε΄, εκδ. Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 19932 , σ. 259 (Πολλή χάρη έλουζε την ψυχή του πρώτου ανθρώπου και πολλές γνωστικές θεωρίες και ανατάσεις προς το Θεό πλημμύριζαν το θεόμορφο νου του, και μέσα στον αισθητό παράδεισο απολάμβανε το νοητό παράδεισο και, για να πω έτσι, τη μακάρια ζωή, ενωμένος αληθινά με τον εαυτό του και με το Θεό, μένοντας μέσα στον εαυτό του και μέσα στο Θεό όπως είναι φυσικό, πιασμένος με την ενοειδή και αληθινά θεοειδή κατάσταση..)

[3] Αρχιμανδρίτου Ζαχαρία Ζάχαρου, Αναφορά στη Θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας 2000, σ. 23 (Η έννοια του προσώπου διακρίνεται συνήθως στη σύγχρονη θεολογία από την έννοια του ατόμου. Ειδικότερα στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου πρόσωπο είναι ο άνθρωπος που συνεχώς επεκτείνεται να προσλάβει το Θείο Είναι με την τήρηση των εντολών και την εξομοίωσή του με τον Χριστό. Το άτομο παραμένει εγκλωβισμένο στο τραγικό αδιέξοδο της πτώσεως και της άγνοιας του Δημιουργού. Το πρώτο έχει το χάρισμα του Θεού, το δεύτερο στερείται τη γνώση Του.)  

[4]Οσίου Πέτρου του Δαμασκηνού, Βιβλίο Δεύτερο, λόγος 11ος, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών τόμος Γ΄, εκδ. Το Περιβόλι της Παναγίας 19973, σ. 213, (η οίηση γνωρίζει να κάνει και τυφλούς να νομίζουν ότι βλέπουν και ανόητους να κομπάζουν μάταια.)

[5] Αγίου Μαξίου του Ομολογητού, 200 κεφάλαια προς τον Θαλάσσιο, περί Θεολογίας και της Ενσάρκου Οικονομίας του Υιού του Θεού Δεύτερη εκατοντάδα, κεφ. 80, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών τόμος Β΄, εκδ. Το Περιβόλι της Παναγίας 19913, σ. 141 (Εκείνος που έκανε καθαρή την καρδιά του, δε θα γνωρίσει τους λόγους των υψηλών και μετά το Θεό όντων μόνο, αλλά μετά την προσπέραση όλων, βλέπει κάπως και αυτόν το Θεό, κι αυτό είναι το ακρότατο όριο όλων των αγαθών.)

[6] Αρχιμανδρίτου Ζαχαρία Ζάχαρου, Αναφορά στη Θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας 2000, σ. 31 (Η δοξασμένη θεωρία που είχε προηγουμένως στον παράδεισο αντικαταστάθηκε με φοβερή και αδυσώπητη βάσανο. Βλέπει νοερά τα πάντα να διηγούνται ματαιότητα, αφροσύνη, φθορά και θάνατο.)

[7] Larchet, JeanClaude. Η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων, τόμ. Α’. Μετάφραση Χρίστος Κούλας. Αθήνα 2008, σ. 12.

[8]Αρχιμανδρίτου Ζαχαρία Ζάχαρου, Αναφορά στη Θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας 2000, σ. 225 (η προσευχή γίνεται φυσικός τρόπος της υπάρξεως του ανθρώπου και αυτενέργητη αντίδραση της καρδιάς σε κάθε φαινόμενο του πνευματικού κόσμου.)  

[9] Ιεροθέου Βλάχου, Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Η ιατρική εν Πνεύματι επιστήμη, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας),Λεβαδειά 20143, σ. 31

[10] Αρχιμανδρίτου Ζαχαρία Ζάχαρου, Αναφορά στη Θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας 2000, σ. 84 (Ο άνθρωπος «συγγενειάζει»[10] με τον Θεό, όταν φθάσει σε κατάσταση θεωρίας και αγάπης Θεού, οπότε «ενοποιείται: θεραπεύεται».)  

[11] Ασπασία Παπαδομιχελάκη, Μια Σύνοψη του έργου της Ε. Π. Μπλαβάτσκυ «Η Μυστική ∆οξασία», Αθήνα 2007, σ. 14 (Αυτή η Αρχή είναι απρόσωπη μέσα στον αφηρημένο Χώρο, αλλά αενάως Παρούσα στο Εκδηλωμένο Σύμπαν, γιατί εμπεριέχει τα πάντα και εμπεριέχεται σε καθετί. Το απρόσωπο στοιχείο της είναι η θεμελιώδης ιδέα της Θεοσοφικής διδασκαλίας.)

[12] Δήμητρα Μπούρα, «Ο σκοπός της ζωής στον φυσικό κόσμο και ο ρόλος της πολικότητας» στο: Θεός και Άνθρωπος: Φιλοσοφικές Θέσεις.Εκδόσεις Ολιστική Αρμονία, Μαρκόπουλο Αττικής 2011, σ. 118. (Αυτή την ενέργεια αποκαλούμε εναλλακτικά Συμπαντική Ενέργεια, ή Ανώτερη δύναμη , ή Ανώτερη Ευφυΐα, ή Συμπαντική Συνειδητότητα, ή Θεότητα, ή Θεό /Θεά)

[13] Τζέφρεϋ Φάρδινγκ, Θεοσοφία οι ευεργετικές της δυνατότητες, Κέντρο Μεταφυσικής ενημέρωσης, Αθήνα 2002 σ. 22. (Όμως ποια είναι η διαδικασία της μετενσάρκωσης· Είναι η ροή της «Ζωής» μέσα από μια σειρά από αλλεπάλληλες προσωρινές μορφές.)

[14] Γ. Α. Πλάνας, «ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥΣ Απόσπασμα από το βιβλίο: Τα 3κέντρα του μυστηρίου, εκδόσεις ΝΑ», στο: Φιλοσοφική Λίθος, τχ. 150, Αθήνα 2023, σ. 28. (Ο μύστης έχει το όραμα της Θεότητας σε μια κατάσταση έκστασης και βυθίζεται στη Συνείδησή Της. Είναι η τέλεια Ευ δαιμονία, δηλαδή ο μύστης γίνεται Αγαθοδαίμονας, γίνεται απεσταλμένος του Θεού, Αβατάρα ή Αρχιεροφάντης. Λουσμένος από το άπλετο Φως της Θεότητας, αντικρύζοντάς Την κατά πρόσωπο, γίνεται ο ίδιος Φως και ενώνεται με την Παγκόσμια Φωτιά, γινόμενος συνειδητά Αθάνατος. Είναι η τελική αποθέωση, η Θεοφάνεια.)

[15] Ασπασία Παπαδομιχελάκη, Μια Σύνοψη του έργου της Ε. Π. Μπλαβάτσκυ «Η Μυστική ∆οξασία», Αθήνα 2007, σ. 2 (Η Θεοσοφία…αποτελεί κληρονομιά όλων των εθνών. Είναι συνώνυμο της Αιώνιας Αλήθειας, που αποτελεί το υπόβαθρο όλων των παγκόσμιων θρησκειών και φιλοσοφιών, μυήσεων και απόκρυφων παραδόσεων που δίδαξαν και εφάρμοσαν λίγοι εκλεκτοί από τότε που ο άνθρωπος έγινε σκεπτόμενο ον.)

[16] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα,Η κτίση ως Ευχαριστία, Ακρίτας, Αθήνα 1992, σ. 50 (για τον Έλληνα ο κόσμος ήταν μια πραγματικότητα που έκλεινε μέσα της αρκετή ενέργεια, για να ζήσει για πάντα εξ ου και η αντίληψη ότι το σύμπαν είναι αιώνιο)

[17] Ρόµπερτ – Ηλία Νατζέµυ, Γιόγκα για υγεία και αρμονία, Εκδ. Ολιστική Αρμονία, σ.216 (Tο πνεύµα είναι αιώνια συνειδητότητα, χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς γέννηση και θάνατο, χωρίς να υπόκειται σε αλλαγές. Eίναι Θεία Συνειδητότητα – Eυδαιµονία – Aιώνια Ύπαρξη. Tο αιτιατό σώµα είναι το «υποσυνείδητο της ψυχής», όπου έχουν εγγραφεί όλες οι αναµνήσεις και οι τάσεις της ψυχής, από το ξεκίνηµα του εξελικτικού της ταξιδιού µέσα στον υλικό κόσµο.)

[18] Ρόµπερτ – Ηλία Νατζέµυ, Η τέχνη του Διαλογισμού, εκδ. Αρμονική Ζωή, Αθήνα 1992, σσ. 180 -181 (H διαδικασία της εξέλιξης ενός ατόμου συνοδεύεται από τη σταδιακή αφύπνιση των υψηλότερων κέντρων συνειδητότητας. Έτσι, όταν κανείς κάνει διαλογισμό και χρησιμοποιεί διάφορες τεχνικές για την αύξηση της πνευματικής επίγνωσης, αρχίζει να βιώνει το ξύπνημα αυτών των κέντρων).

[19] Αγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας 1996, σσ. 272-273 (Η φλόξ της αγάπης ταύτης ελκύει ολοτελώς τον νουν εις την καρδίαν· και τακείς ούτος δια της  λογός ταύτης, ενούται μετά της καρδίας εις έν και θεωρεί το Είναι εν τω Φωτί της Θείας Αγάπης. Ο άνθρωπος «ενοποιείται»: θεραπεύεται.

[20] Ρόµπερτ – Ηλία Νατζέµυ, Η τέχνη του Διαλογισμού, εκδ. Αρμονική Ζωή, Αθήνα 1992, σσ. 180 -181 (H διαδικασία της εξέλιξης ενός ατόμου συνοδεύεται από τη σταδιακή αφύπνιση των υψηλότερων κέντρων συνειδητότητας. Έτσι, όταν κανείς κάνει διαλογισμό και χρησιμοποιεί διάφορες τεχνικές για την αύξηση της πνευματικής επίγνωσης, αρχίζει να βιώνει το ξύπνημα αυτών των κέντρων).

[21] Αρχιμανδρίτου Ζαχαρία Ζάχαρου, Αναφορά στη Θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας 2000, σ. 235 (Ο νους, αποσυνδεδεμένος από την καρδιά, τη βάση του, αποβαίνει θύμα της φαντασίας και μπορεί να οδηγηθεί και στην έσχατη ακόμη πλάνη της αυτοθεώσεως. Είναι διάχυτος σε όλη την κτίση και σειόμενος από τις δαιμονικές προσβολές των λογισμών και των εμπαθών εικόνων. Τότε μόνο έχει στέρεη βάση την καρδιά, όταν αυτή ενεργείται από το γεγονός της θείας Παρουσίας.)  

[22] Ἁγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ἄσκησις καὶ Θεωρία, Ἱερὰ Μονὴ Τιμίου Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1996, σ. 168 (Η Εκκλησία είναι μία. Η ενότης αύτη είναι αυτή αύτη η ύπαρξις της Εκκλησίας. Η Εκκλησία είναι η ενότης, η εν Χριστώ ενότης, η “ενότης του Πνεύματος εν τω συνδέσμω της ειρήνης”. Η Εκκλησία εθεμελιώθη και οικοδομείται εν τω κόσμω ακριβώς εν όψει της ενότητος και της ενώσεως, “ίνα πάντες έν ώσιν”. Η Εκκλησία είναι σώμα μοναδικόν, τουτέστι το Σώμα του Χριστού. “Εν ενί Πνεύματι ημείς πάντες εις έν σώμα εβαπτίσθημεν”. Μόνον δε εν τη Εκκλησία είναι δυναταί και πραγματοποιήσιμοι η ένωσις και η αληθινή και πραγματική ενότης αύτη, εν τω μυστηρίω της αγάπης του Χριστού, εν τη μεταμορφούση δυνάμει του Πνεύματος, κατ’ εικόνα και ομοίωσιν της ομοουσίου Τριάδος.)

[23] Αγίου Μαξίου του Ομολογητού, Διαφόρα κεφάλαια περί θεολογίας, οικονομίας, αρετής και κακίας Τρίτη εκατοντάδα, κεφ. 20, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών τόμος Β΄, εκδ. Το Περιβόλι της Παναγίας 19913, σ. 151 (ο Θεός που γιατρεύει τις ασθένειες των ψυχών, δε γνωρίζει ένα μόνο τρόπο θεραπείας που να ταιριάζει σε όλες, αλλά δίνοντας στην κάθε ασθένεια το κατάλληλο φάρμακο, προξενεί τη θεραπεία.)

του π. Ανδρέα Γκατζέλη

©  Copyright Π.Ε.Γ. 2021. All Right Reserved. Developed by WebMouse